Αρχαιολογικοί χώροι

 

 

Η Αρχαία Στράτος:  όπου βρίσκεται το μεγάλο θέατρο, χωρητικότητας 7.000 θεατών, το οποίο τοποθετείται χρονολογικά στον 4ο αιώνα π.Χ., με προσθήκες του 3ου και 2ου αιώνα π.Χ. και το τείχος 5ου π.Χ. Οι έξι πύλες του τείχους, που βρίσκονται στη νότια πλευρά του περίβολου, εξακολουθούν να διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. Η Στράτος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες και καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της Ακαρνανίας. Ο λόφος της Στράτου είχε κατοικηθεί τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα π.χ., απέκτησε ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεω-στρατηγικής της θέση. Ιδιαίτερα  κατά τον 4ο αιώνα π.Χ οπότε και υπήρξε πρωτεύουσα του Κοινού των Ακαρνάνων έως και το 2ο αι. π.Χ., όταν τη θέση αυτή ανέλαβε το Θύρρειο. Τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. γνώρισε μεγάλη ακμή και ως εμπορικό κέντρο της περιοχής. Την πόλη μνημονεύουν και αρχαίοι συγγραφείς για την σπουδαιότητα της, αφού υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες και καλύτερα οχυρωμένες πόλεις. Χαρακτηριστικά, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Θουκυδίδης την χαρακτηρίζει πόλιν μεγίστη της Ακαρνανίας (Θουκυδίδη Ιστορίαι, Βιβλίο 8ο 2.68.4) ενώ ο Πολύβιος ονομάζει Στρατική την εύφορη πεδιάδα που εκτεινόταν έξω από την πόλη, οι ίπποι της οποίας ήταν ονομαστοί και αποτελούσαν πηγή πλούτου. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη συντάχτηκε με τους Αθηναίους και πολιορκήθηκε από τους Σπαρτιάτες χωρίς επιτυχία, πρώτα από τον Αγησίλαο το 391, από τον Κνήμο το 429, και από τον Ευρύλοχο το 426 π.Χ. Τα 379 π.Χ. έχουμε την πρώτη της αναφορά ως πρωτεύουσας του Κοινού των Ακαρνάνων. Η κυριαρχία όμως της Στράτου διακόπτεται το 338 π.Χ όταν η Ναύπακτος γίνεται το κέντρο της Αιτωλικής Συμπολιτείας με αποτέλεσμα την παρακμή της. Ο Μακεδόνας Βασιλιάς Κάσσανδρος το 314 π.χ. την κατέλαβε χρησιμοποιώντας την ως οχυρό ενάντια των Αιτωλών, οι οποίοι το 263 π.Χ την προσάρτησαν στην Αιτωλία. Κατά το 169 π.Χ συμμάχησε (μαζί με άλλες Ελληνικές πόλεις) με τους Ρωμαίους ενάντια του Βασιλιά Περσέα της Μακεδονίας και τότε ξεκίνησε η Ρωμαϊκή κυριαρχία.

Το θέατρο της Στράτου, στο ανατολικό του διατειχίσματος τμήμα της αρχαίας πόλης, χρονολογημένο στο τέλος του 4ου αι. π.Χ., αποτελεί το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα της Αιτωλοακαρνανίας, αφού η χωρητικότητά του ήταν περίπου 7.000 ατόμων. Είναι σκαλισμένο ολόκληρο στο φυσικό βράχο (γκριζοπράσινος ψαμμιτόλιθος). Στο ημικυκλικό κοίλο του σώζονται 28 σειρές εδωλίων, ενώ στις 11 κλίμακές του, που διαιρούν το κοίλο σε 12 κερκίδες, και στον αγωγό, που περιβάλλει την κυκλική ορχήστρα του, έχει χρησιμοποιηθεί λευκή, ασβεστολιθική πέτραΛεπενούς

Το ιερό του Δία στην Στράτο ήταν λατρευτικό και πολιτικό κέντρο όλων των Ακαρνάνων. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο εντός της ακρόπολης. Ο ναός του Στρατίου Διός (προστάτη Θεό των Στρατίων) είναι περίφημος δωρικός διαστάσεων 34,47 μ. X 15,41 μ., με 6 κίονες στη στενή και 11 στη μακριά πλευρά του. Κτίστηκε μεταξύ 321-312 π.Χ, εξ΄ ολοκλήρου από ντόπιο σκληρό ασβεστόλιθο έμεινε όμως ημιτελές λόγω πολεμικών συγκρούσεων με τους Αιτωλούς.

Η αγορά της αρχαίας Στράτου αποτελούσε το εμπορικό, πολιτικό και διοικητικό κέντρο της πόλης και ήταν περίκλειστη, ενώ η πόλη περιβάλλονταν από οχυρώσεις που υπολογίζονται σε 7,4 χλμ προστατεύοντας τέσσερις λόφους και τρεις κοιλάδες.

Το Αρχαίο Αγρίνιο: Κατά την μυθολογία χτίστηκε από το Βασιλιά Άγριο, που ήταν απόγονος του γενάρχη Αιτωλού και του γιου του Πλευρώνα. Η πόλη, χτισμένη δίπλα σχεδόν στον ποταμό Αχελώο που ήταν το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Αιτωλία και την Ακαρνανία βρέθηκε αρκετές φορές υπό την κυριαρχία και των δύο πλευρών και το 314 π.Χ. καταστράφηκε από τον Κάσσανδρο, της Μακεδονίας.

Οι ανασκαφές του Μηλιάδη το 1920 έδειξαν ότι η αρχαία πόλη βρίσκονταν στο γειτονικό Ζαπάντι (σημερινή Μεγάλη Χώρα), τα τελευταία χρόνια όμως έχουν βρεθεί πολλά αρχαία ακόμα και στο κέντρο της σημερινής πόλης.

 

Αρχαία ακρόπολη των Θεστιέων:

 

Στο Βλοχό, κοντά στην ομώνυμη Μονή, βρίσκονται τα ερείπια του φρουρίου των αρχαίων Θεστιέων. Ένας από τους πυλώνες του, που διατηρείται, είναι όμοιος της μυκηναϊκής Τίρυνθας.   Στην αρχαιότητα το κάστρο ήταν η ακρόπολη της αρχαίας Θεστίας που ιδρύθηκε από τον μυθικό βασιλιά Θέστιο. Η ακρόπολη των Θεστιέων, δημιουργήθηκε κατά τους Μυκηναϊκούς Χρόνους. Τα «Κυκλώπεια Τείχη» αυτής της περιόδου είναι ακόμα ορατά σε όλο το λόφο (και όχι μόνο στην κορυφή). Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, γύρω από την ακρόπολη αναπτύχθηκε πόλη-κράτος με ισχυρό τείχος μήκους 4 χιλιομέτρων.  Η πόλη-κράτος των Θεστιέων ονομάζεται με το εθνικό όνομα των πολιτών «Θεστιείς» και όχι με το τοπωνύμιο. Αργότερα έγινε μέλος της «Αιτωλικής Συμπολιτείας» που κατά την ύστερη ελληνιστική περίοδο υπήρξε από τις ισχυρότερες δυνάμεις της αρχαίας Ελλάδας. Ο ιστορικός Πολύβιος εξιστορώντας την καταστροφή του Θέρμου (πρωτεύουσας των Αιτωλών) από τον Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας στο τέλος του 3ου αι. π.Χ., αναφέρει τη Θεστιέα μεταξύ των σημαντικών πόλεων της «Αιτωλικής Συμπολιτείας».

Τα τείχη που διασώζονται σήμερα είναι κατάλοιπο κυρίως της ελληνιστικής περιόδου, όταν η πόλη ήταν μέλος της «Αιτωλικής Συμπολιτείας» . Το κάστρο χρησιμοποιήθηκε και από τους Βυζαντινούς. Μετά το 1204 πέρασε στη δικαιοδοσία του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 1294 δόθηκε σαν προίκα στον Φίλιππο του Τάραντα, ο οποίος ήταν γιος του Ανδεγαυού (δηλ. του οίκου των Ανζού) βασιλιά της Νάπολης Καρόλου Β’ του Χωλού. Η εξουσία του Φιλίππου στην περιοχή γνώρισε αρκετές διακυμάνσεις αλλά το κάστρο πρέπει να παρέμεινε στην οικογένειά του μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα όταν στην περιοχή κυριάρχησε ο κόμης Κεφαλληνίας Κάρολος Τόκκος (Tocco). (Πηγή www.kastra.eu)

 

Αρχαίο Τριχόνειο και το Ασκληπείο:

Το αρχαίο Τριχόνειο βρίσκεται 25 χλμ. ΝΔ του Ιερού του Απόλλωνος στο Θέρμο, στη νότια όχθη της λίμνης Τριχωνίδας. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της κεντρικής Αιτωλίας σύμφωνα με τις γραπτές πηγές και τις επιγραφικές ενδείξεις. Η πόλη αναφέρεται συχνά στις επιγραφές του Θέρμου ως η πατρίδα πολλών και σπουδαίων στρατηγών και έτσι αποδεικνύεται ο σημαντικός πολιτικός της ρόλος στο πλαίσιο της δράσης του Κοινού των Αιτωλών. Οι περισσότεροι και πιο ονομαστοί από τους στρατηγούς της Αιτωλικής Συμπολιτείας ήταν Τριχωνείς, όπως ο Σκόπας υιός του Σωσάνδρου, ο Δωρίμαχος υιός του Νικοστράτου, ο Θόας υιός του Αλεξάνδρου. Στη θέση της ιδρύθηκε στα νεώτερα χρόνια η κωμόπολη Γαβαλού, έδρα του Δ.Δ. Μακρυνείας, του Δήμου Αγρινίου.

Η νεκρόπολη του αρχαίου Τριχώνειου αναπτύσσεται εκατέρωθεν αρχαίου δρόμου, ο οποίος οδηγούσε προς τον Θέρμο και πρέπει να ταυτιστεί με τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο της σημερινής κοινότητας Γαβαλούς που οδηγεί προς Κάτω Μακρυνού και Θέρμο. Οι τάφοι ήταν κατασκευασμένοι από το ντόπιο ψαμμιτικό πέτρωμα και σε ορισμένες περιπτώσεις είχε χρησιμοποιηθεί ασβεστόλιθος. Σε αρκετούς υπήρχαν πλούσια κτερίσματα, όπως χρυσό στεφάνι και αργυρά αγγεία. Οι πρωιμότεροι τάφοι χρονολογούνται στην Πρωτογεωμετρική εποχή (1050-900 π.Χ.). Στην Ελληνιστική περίοδο χρονολογείται ένας τύμβος, ένας ταφικός περίβολος τετράγωνου σχήματος και αρκετοί κιβωτιόσχημοι τάφοι. Από το αρχαίο Τριχόνειο προέρχεται και η μαρμάρινη από ντόπιο μάρμαρο ακέραιη στήλη (Μουσείο Αγρινίου, αρ. ευρ. 27) με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία φέρει την επιγραφή ΚΡΙΤΟΛΑΟΥ στην κεφαλαιογράμματη γραφή. Η στήλη απολήγει σε αέτωμα με ανάγλυφη άκανθα στα ακρωτήρια. Η αποκάλυψη παρόμοιων ταφικών συνόλων και ευρημάτων κατά μήκος της νότιας όχθης της λίμνης Τριχωνίδας προσφέρει σημαντικές τοπογραφικές πληροφορίες, καθώς με τη χαρτογράφησή τους είναι περισσότερο εύκολο να προσδιοριστούν ορισμένα τμήματα του κύριου οδικού άξονα που οδηγούσε στο Θέρμο. Πιθανόν αυτόν το δρόμο ακολούθησε και ο Φίλιππος Ε’ της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της προέλασής του στο Θέρμο κατά τα έτη 218 και 206 π.Χ..

Τα ερείπια της αρχαίας πόλης εντοπίζονται στη βόρεια κλιτύ ενός χαμηλού λόφου, ο οποίος ονομάζεται «Παλαιόκαστρο» Το 1992 κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών ήλθε στο φως αρχαίο κτήριο, το οποίο βάσει των επιγραφικών ενδείξεων ταυτίζεται με Ιερό του Ασκληπιού. Βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου «Παλιόκαστρο», όπου εκτείνονταν η αρχαία πόλη, εκτός των τειχών αυτής και πιθανόν πλησίον του αρχαίου δρόμου που οδηγούσε στο αρχαίο Θέρμο (Πηγή:  http://monuments.hpclab.ceid.upatras.gr/places.)

 

Αρχαιολογικός χώρος του Λιθοβουνίου.

Ανάμεσα στη Γαβαλού και την Καψοράχη, στο χωριό Λιθοβούνι (Άκραι), ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αρχαιολογικός χώρος του Λιθοβουνίου, με ίχνη ακρόπολης στο λόφο του Προφήτη Hλία, μυκηναϊκό τάφο και κιβωτιόσχημους τάφους 5ου-3ου αι. π.X. Στα ευρήματα των τάφων συμπεριλαμβάνονται πήλινα ερυθρόμορφα αγγεία, ληκύθεια και χάλκινο κάτοπτρο που φυλλάσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου.  Το χωριό που διατηρεί το παραδοσιακό χρώμα του, είναι ένα «μπαλκόνι» με θέα στην Tριχωνίδα. Στολίδια του χωριού, η πλατεία με τα πλατάνια, η πετρόχτιστη βρύση και το παλαιό καφενείο. Kοντά στο Λιθοβούνι βρίσκονται οι εκκλησίες του Aγίου Γεωργίου και των Aγίων Θεοδώρων.

 

Αρχαίο Bουκάτιο:

Η θέση της αρχαίας πόλης Βουκάτιο ταυτίζεται σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη στο χωριό Παραβόλα, στη βόρεια πλευρά της Τριχωνίδας και συγκεκριμένα σε ένα λόφο νοτιοανατολικά του χωριού. Το σημείο αυτό απέχει περίπου 12 χλμ. από τον άξονα της Ε.Ο. Αντιρρίου – Ιωαννίνων.  Η οχύρωση της πόλης αποτελούνταν από ευρύ περίβολο ο οποίος σήμερα διατηρείται καλύτερα κατά το βόρειο τμήμα του, όπου σε ορισμένα μάλιστα σημεία το τείχος σώζει σχεδόν το αρχικό του ύψος. Προς τα νότια ο περίβολος εκτεινόταν στο πεδινό τμήμα που μεσολαβεί ως τη λίμνη Τριχωνίδα, τα ίχνη του όμως βαθμιαία χάνονται, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής η συνολική μορφή και έκτασή του.

Στην κατασκευή της οχύρωσης παρατηρούνται διαφοροποιήσεις από το πολυγωνικό προς το τραπεζιόσχημο ισόδομο ή ψευδοϊσόδομο σύστημα, που υποδηλώνουν επιδιορθώσεις και συμπληρώσεις της οχύρωσης από την αρχική φάση, του 5ου αιώνα, έως και τα ελληνιστικά χρόνια.  Η ακρόπολη, η οποία ήταν ενσωματωμένη στη βόρεια πλευρά του ευρύτερου περιβόλου, ήταν μικρή και μακρόστενη. Η είσοδός της ήταν στη δυτική πλευρά και πλαισιωνόταν με ημικυκλικούς πύργους. Εξωτερικά ακολουθούσε τη φυσική μορφολογία με μία σειρά ακανόνιστων προεξοχών. Στη ΝΑ γωνία της ακρόπολης αξιοσημείωτος είναι ένας ημικυκλικός πύργος ο οποίος διατηρείται και σήμερα σε σημαντικό ύψος με τα τρία παράθυρά του. Ο πύργος αυτός επικοινωνούσε τόσο με την ακρόπολη, όσο και με το υπόλοιπο τμήμα της οχύρωσης. Στη νότια πλευρά του διατηρούνται ενδείξεις ύπαρξης ξύλινης κλίμακας, η οποία μπορεί να οδηγούσε σε ξύλινη στέγη ή πλατφόρμα.  Ο χώρος της ακρόπολης σήμερα καταλαμβάνεται από το σύγχρονο νεκροταφείο, που περιλαμβάνει και σημαντικό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, η αρχική κατασκευή του οποίου ανάγεται στην παλαιοχριστιανική περίοδο. Στο εσωτερικό της ακρόπολης λειτουργεί επίσης σήμερα το κτίριο του Δημαρχείου Παραβόλας. Κατάλοιπα της αρχαίας πόλης και του νεκροταφείου της έχουν αποκαλυφθεί σε σωστικές ανασκαφές τα τελευταία χρόνια. (Πηγή:  http://monuments.hpclab.ceid.upatras.gr/places.)

 

-Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου: 

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1960 και στεγάστηκε σε κτήριο, το οποίο κτίστηκε με δωρεά των αδελφών Παπαστράτου, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο του καπνού στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι αδελφοί Παπαστράτου φρόντισαν για τη γενέθλια πόλη τους και προσέφεραν σε αυτή με πλήθος έργων, μεταξύ αυτών και το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Το Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1969 και λειτουργεί στο ίδιο κτήριο έως και σήμερα. Ο μεγάλος αριθμός των αρχαιολογικών χώρων του νομού τροφοδοτούσε πάντα το Μουσείο με νέα ευρήματα.   Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία του Παπαστράτειου πάρκου, δίπλα στην παλαιά Παπαστράτειο Βιβλιοθήκη. Το μισό κτήριο στέγαζε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και το άλλο μισό το Μουσείο. Τώρα ολόκληρο το κτήριο στεγάζει το Μουσείο και οι δύο ενσωματωθείσες αίθουσες της Βιβλιοθήκης χρησιμεύουν ως εργαστήριο και αποθήκη.

Οι συλλογές του Μουσείου εκτίθενται στο μικρό προθάλαμο και στις δύο αίθουσες, και περιλαμβάνουν αγγεία, εργαλεία, μεταλλικά αντικείμενα, επιτύμβιες στήλες και γλυπτά προερχόμενα από διάφορες θέσεις του νομού. Το Μουσείο περιέχει δηλαδή, τους πολιτιστικούς θησαυρούς της ευρύτερης περιοχής του νομού που χρονολογούνται από τη Νεολιθική εποχή (7.000 π.Χ.) έως και το τέλος της ρωμαιοκρατίας (4ος αιώνας μ.Χ.). (Συντάκτης Δρ. Ολυμπία Βικάτου, αρχαιολόγος – Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτ/νίας και Λευκάδος .Πηγή: ΥΠ.ΠΟ.Α. Πύλη ΟΔΥΣΣΕΑΣ)