ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ

ΛΥΣΙΜΑΧΙΑ

ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ

ΛΙΜΝΕΣ

Τριχωνίδα και Λυσιμαχία

Οι Λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία βρίσκονται κοντά στην πόλη του Αγρινίου.

Η Τριχωνίδα (ή Βλαώρι) είναι η μεγαλύτερη λίμνη στην Ελλάδα (αν εξαιρέσουμε τη Μεγάλη Πρέσπα, της οποίας μόνο το μικρό τμήμα ανήκει στην Ελλάδα. Από οικολογική άποψη είναι μία από τις πιο σημαντικές λίμνες της δυτικής Ελλάδας. Το εμβαδόν της είναι 9.690 ha, περίμετρος της 51 km, το μέγιστο μήκος της 20 km, το μέγιστο πλάτος της 6,25km και το μέγιστο βάθος της 58 μέτρα.

Στα δυτικά της Τριχωνίδας και σε απόσταση 2.800 μέτρα βρίσκεται η Λυσιμαχία (Αγγελοκάστρου, Κονώπι ή Υδρία). Η λίμνη αυτή συνδέεται με την Τριχωνίδα και τον Αχελώο μέσω δύο τεχνητών τάφρων, που είναι γνωστές ως τάφρος Αλαμπέη και τάφρος Διμικός αντίστοιχα. Η λίμνη Λυσιμαχία έχει εμβαδόν 1.300 ha, περίμετρο 17 km, μέγιστο μήκος 6,25 km, μέγιστο πλάτος 2,85 km και μέγιστο βάθος 9 μέτρα. Και οι δύο λίμνες έχουν τεκτονική προέλευση και βρίσκονται κατά μήκος της τεκτονικής τάφρου του Αγρινίου. Έχουν θετικό ισοζύγιο νερού λόγω της υψηλής εισροής νερού από τα ρεύματα και τα υπόγεια καρστικά ύδατα. Η Τριχωνίδα έχει σχετικά μικρή λεκάνη απορροής και για το λόγο αυτό διατηρεί σχετικά σταθερή τη στάθμη νερού της. Η Λυσιμαχία έχει σχετικά μεγάλη λεκάνη απορροής και δέχεται τα νερά από το ρέμα της Ερμίτσας, καθώς επίσης και από την Τριχωνίδα (που εισρέει μέσω της τάφρου του Αλάμπεη). Η Λυσιμαχία παρουσιάζει έντονες εποχικές διακυμάνσεις της στάθμης νερού, που οφείλονται στον υψηλό βαθμό εξάτμισης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και στην αποστράγγιση προς τον Αχελώο. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα η λίμνη συχνά υπερχειλίζει.

 Και οι δύο λίμνες είναι θερμές, μονομικτικές, θερμοκρασία κυμαινόμενη από 15,5 έως 25,4 οC, ανήκουν στον Ανθρακικό τύπο. Αν και θεωρούνται ολιγότροφες, ωστόσο έχουν τραχειόφυτα (Myriophyllumspicatum, Potamogetonpectinatus, Ranunculustrichophyllus κλπ) που αναπτύσσονται συνήθως σε εύτροφες και μεσότροφες λίμνες. Η Τριχωνίδα περιβάλλεται από αγρούς στους οποίους καλλιεργούνται καπνά, εσπεριδοειδή και ελαιόδεντρα. Στη παρόχθια ζώνη της λίμνης κυριαρχούν πόες, ενώ θάμνοι (vitexagnuscastus, neriumolender, rubussanctus) δέντρα (platanusorientalis, salixalba, populusalba) εμφανίζονται μόνο σποραδικά.

Αποτελείται από 99 είδη φυκών και περιέχει κοσμοπολίτικα είδη που συνοδεύονται από μερικά ενδημικά τάξα, καθώς και από ορισμένα τάξα τροπικής προέλευσης. Στις βορειοανατολικές και νοτιοανατολικές όχθες της Τριχωνίδας παρατηρούνται βραχώδεις ασβεστολιθικές τοποθεσίες με θαμνώδη βλάστηση. Κατά τόπους απαντούν εποχικά ή μόνιμα έλη. Το κυρίαρχο είδος κοντά στην όχθη είναι το Phragmitesaustralis, σχηματίζει ένα εξαιρετικά πυκνό σχεδόν συνεχές πλέγμα καλαμώνων, κυρίως κοντά στην άκρη του νερού και στην ανώτερη υποπαραλιακή ζώνη, και διακόπτεται σε λίγα μόνο μέρη εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Τις ανθρώπινες δραστηριότητες οι λίμνες διατηρούν μεγάλο μέρος της πανίδας και χλωρίδας τους αλλά και της φυσικής τους ομορφιάς. Γύρω από αυτές αναπτύσσονται εκτεταμένες κοινωνίες καλαμώνων που προσφέρουν πολύτιμο καταφύγιο στην άγρια πανίδα. Επιπλέον οι λίμνες εξασφαλίζουν την παροχή νερού και την άρδευση των γύρω περιοχών, είναι ιδανικές για ψάρεμα και αναψυχή, ενώ ακόμη παρουσιάζουν επιστημονικό και εκπαιδευτικό ενδιαφέρον. Η χλωρίδα της περιοχής περιλαμβάνει πολλά ενδιαφέροντα είδη. Το κινδύνευαν υδρόβιο είδος Claudiomariscus έχει βρεθεί στη νότια πλευρά της Τριχωνίδας. Η περιοχή είναι επίσης σημαντικός τόπος ανάπαυσης των αποδημητικών υδρόβιων και παρυδάτιων πουλιών.